ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΔΕΣ ΤΗΝ ΝΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΖΩΗ!!!!

...ΔΕΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΟΥ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΡΘΡΟ!! ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ...

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

Καλοκαιρινά βράδια που δε ξημέρωσαν ακόμα...


Σ’ ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή που σε είδα ακουμπισμένο στη γωνία του μπαρ παρέα με δυο φίλους σου. Εγώ στεκόμουν απέναντι, σε κοίταξα φευγαλέα κι ύστερα χαμήλωσα το βλέμμα μου, βλέπεις δεν είχα καταλάβει τι είχε συμβεί!
Ήταν καλοκαίρι, Αύγουστος κι οι καλοκαιρινές διακοπές με τις κολλητές μου είχαν μόλις ξεκινήσει. Ήμουν αποφασισμένη το καλοκαίρι αυτό να γίνω μια άλλη, να διεκδικήσω ότι ήθελα χωρίς δεύτερες ή τρίτες σκέψεις, χωρίς αναστολές.
Γύρισα και σε κοίταξα ξανά, το βλέμμα σου έμενε στραμμένο πάνω μου αλλά ξέραμε κι οι δύο πως δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα. Οι  επόμενες μέρες κι ώρες θα ήταν δικές μας.
 Το πρωί έφερε το απόγευμα και το απόγευμα το βράδυ. Η παρέα είχε μεγαλώσει και διασκέδαζε, μαζί της κι εγώ. Λίγο αργότερα βρισκόσουν απέναντί μου ξανά, κρατούσες το ποτό σου στο χέρι και με κοίταζες. Το βλέμμα σου αλλιώτικο από χθες πιο επίμονο, πιο διεκδικητικό. Όσο πέρναγε η ώρα πλησίαζες όλο και πιο κοντά μου, σε ρώτησα αν θέλεις να χορέψουμε, εσύ  δέχτηκες κι η ιστορία μας ξεκινούσε.
Οι  δυο παρέες μας έγιναν μια και το ξημέρωμα μας βρήκε στην παραλία με γέλια και τραγούδια, άλλοτε να κοιτάμε τον ουρανό κι άλλοτε τον σκοτεινό ορίζοντα, να μαθαίνουμε ο ένας τον άλλον, να διηγούμαστε ιστορίες και μέσα στο μεθύσι μας ν΄ ανοίγουμε τις πιο βαθιές πόρτες της ψυχής.
Το ξημέρωμα εκείνο ένιωσα κάτι μοναδικό, είχα απέναντί μου έναν άνθρωπο που όχι μόνο ήταν όμορφος εξωτερικά αλλά και εσωτερικά. Μιλούσες κι εγώ έμενα να σε κοιτάζω, άκουγα με προσοχή όλα όσα έλεγες , δεν ήθελα να χάσω λέξη, ήθελα να σ ΄ακούσω να σε μάθω.
 Σ΄ ερωτεύτηκα εκείνες ακριβώς  τις στιγμές. Λίγο πριν ο ήλιος ανατείλει, ένα φως αναδυόταν μέσα μου. Μη με ρωτήσεις τι ξεχώρισα σ ΄εσένα, ειλικρινά, δεν ξέρω.  Ήταν το χαμόγελό σου, ήταν τα λόγια ή το μυαλό, αυτή η ταξιδιάρα και γεμάτη ζωή σκέψη σου;  Ίσως έμεινα στον τρόπο που με κοίταζες την ώρα που προσπαθούσες  να με μάθεις.
 Ήταν η πιο όμορφη Ανατολή που είχα δει , ήταν το πιο όμορφο συναίσθημα που είχα νιώσει. Δεν κοίταξα ούτε μια στιγμή γύρω μου, για μένα, εκείνη τη μαγική στιγμή υπήρχαμε μόνο εγώ κι εσύ. Τελευταίο βράδυ μαζί κι έπειτα θα χανόμασταν, εγώ στο Νότο εσύ στο Βορρά! Μα ποιο ύπουλο σχέδιο ήταν αυτό που όριζε να βρεθούμε για μια στιγμή κι ύστερα να χωρίσουμε και πάλι;
Θα τα ξεπερνούσα όμως όλα για χάρη σου το είχα αποφασίσει, από την πρώτη εκείνη στιγμή που σε είδα να στέκεσαι στην άκρη του μπαρ, αρκούσε μια σου λέξη την τελευταία μας βραδιά κι όλα θα μπορούσαμε να τα ξεπεράσουμε. Αυτή και μόνο, τη μια κουβέντα περίμενα.
Γλεντήσαμε, χορέψαμε, ήπιαμε, γελάσαμε όμως ούτε λέξη δεν είπες. Κάτι δεν πήγαινε καλά, μετά από εκείνη τη νύχτα πως μπορούσες να μένεις σιωπηλός, πως άντεχες; Όλο το βράδυ περίμενα ένα δικό σου ¨κάτι¨, τα νεύρα μου είχαν σπάσει αλλά εσύ εκεί να στέκεσαι  ατάραχος με ένα χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό σου, να αφήνεις τις τελευταίες στιγμές μας  να περνούν αργά και βασανιστικά.

Το άντεξα , το πάλεψα, ήπια όσα ποτά άντεχε το στομάχι, χόρεψα όσα τραγούδια άκουσα και νά, είμαι πάλι δίπλα σου καθισμένη σε μια καρέκλα στην απόλυτη ησυχία της σιωπής σου. Ζήτησες να δανειστείς τον αναπτήρα μου κι άναψες τσιγάρο, κοιταζόμασταν τώρα βαθιά μέσα στα μάτια, ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου στ΄ αλήθεια ένιωθες όσα κι εγώ, ένιωθες το ίδιο; Μου χαμογέλασες, πήγες κάτι να πεις κι ύστερα δίστασες, σε ρώτησα τι είναι αυτό που δεν τολμάς να πεις και η απάντησή σου:  «τίποτα». Μια φωνή από μακριά διέκοπτε τη στιγμή που είχαμε για μας. 
Τρεις ώρες αργότερα επέστρεφα στο Νότο μου, οδηγούσα σε άδειους δρόμους και από  τα μάτια μου έτρεχαν ποτάμια. Ευτυχώς οι φίλες μου είχαν από ώρα κοιμηθεί και δεν χρειαζόταν να εξηγήσω ούτε τι είχε συμβεί ούτε όσα ένιωθα.
Η απάντηση σου αφοπλιστική δεν άφηνε περιθώριο για αντιρρήσεις, δεν θα σ΄ έβλεπα ξανά, αυτά τα τέσσερα βράδια ήταν όλα όσα είχα μαζί σου, ένα μικρό κεφάλαιο για τη δική μου ζωή, μια μικρή παρένθεση στη δική σου κι ύστερα, τίποτα, όπως το θέλησες.

ΥΓ. Δυστυχισμένος ο άνθρωπος που δεν μπορεί να αναγνωρίσει την ευτυχία και τη βαφτίζει «τίποτα» από φόβο μήπως αυτό το τίποτα εξελιχθεί σε κάτι.





Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

Ένας έρωτας να μας σώσει



Κι εκεί που ζεις αναίτια, χωρίς ουσία ή σκοπό συμβαίνει κάτι μοναδικό, κάποιος χτυπά την πόρτα της καρδιά σου. Έπειτα από μήνες απόλυτης ησυχίας, ένας δυνατός θόρυβος σε ρίχνει από την καρέκλα σου.
Στην αρχή ταράζεσαι, αρχίζεις να κοιτάς δεξιά κι αριστερά σαν χαμένος μέχρι το βλέμμα σου να σταματήσει  να εστιάσει σε αυτόν τον ένα και μοναδικό άνθρωπο που σου χτυπά την πόρτα.
Μια σκιά ίσια και ευθυτενής, με αποφασιστικότητα και αυτοπεποίθηση στέκεται μπροστά σου. Εσύ, δειλά, σηκώνεσαι από τη θέση σου, διστάζεις γιατί μόλις που έκλεισες τις πληγές σου, μόλις που πρόλαβες να ξεχάσεις και να ξεχαστείς.
Τα βήματά σου αργά σε τραβούν κοντά του, όσο κι αν φοβάσαι κάτι υπάρχει στο βλέμμα του ανθρώπου αυτού που σε τραβάει, ένα μυστήριο πλανάται γύρω του και σε καλεί να το ανακαλύψεις -πάντα ήσουν επιρρεπής στα μυστήρια- πλησιάζεις, έχεις φτάσει τόσο κοντά που τώρα ακούς την ανάσα του στα αυτιά σου, αναπνέει γρήγορα, αγωνιά, ανυπομονεί.
Το χέρι σου αγγίζει τώρα το χερούλι της πόρτας, λίγο πριν το λυγίσεις η καρδιά σου ξεπηδά από το στήθος σου, μια ταραχή σε κυριεύει, άραγε, θα είναι όλα αυτά που περίμενες καιρό, άραγε, θα σε σώσει απ’ όσα σε κρατούν στην γη, θα είναι αυτός που θα σπάσει τα δικά σου δεσμά;
Ανοίγεις την πόρτα σιγά σιγά λίγο φως μπαίνει από το κενό, μια σκιά σχηματίζεται η οποία δευτερόλεπτα μετά παίρνει σάρκα και οστά μπροστά σου, σηκώνεις το βλέμμα και ψάχνεις τα μάτια.
Δε σε ενδιαφέρει, το ύψος, το σώμα, τα χαρακτηριστικά, αν είναι ξανθός ή μελαχρινός, αν είναι ψηλός ή κοντός, γυμνασμένος ή όχι, εσύ τα μάτια ψάχνεις να βρεις. Μέσα τους θα δεις την αλήθεια, στο βλέμμα αυτό θα αναζητήσεις καλοκαίρια και χειμώνες ξεχασμένα. Μάτια καστανά, μπλε ή μαύρα.
Τα βλέμματά σας συναντιούνται κι είναι σαν να μιλούν, μέσα σε λίγες στιγμές μοιράζονται τα πάντα, αναγνωρίζουν το ένα το άλλο σαν να είχαν ιδωθεί ξανά, σαν να περπάτησαν μαζί και σ’ άλλα μονοπάτια, σε άλλες εποχές και σ΄ άλλα σώματα. Γνωρίζονται!
Οι χτύποι της καρδιά σου πέφτουν, η ανάσα που άκουγες στιγμές πριν να αγωνιά, σιωπά. Η στιγμή της αναγνώρισης έχει πια τελειώσει. Τώρα περιμένεις, περιμένεις τον άνθρωπο αυτό με το καθάριο βλέμμα να σου απλώσει το χέρι και να φύγετε. Να προχωρήσεις μπροστά, να φύγεις, να κλειδώσεις πόρτες και παράθυρα να μην αφήσεις περιθώρια για επιστροφή. Νιώθεις έτοιμος πια να ακολουθήσεις το μονοπάτι που θα σου δείξει.
Μα πρόσεχε, μην δώσεις σημασία στο δρόμο, ψηλά να έχεις το βλέμμα, ο νους σου να μένει μόνο στη διαδρομή. Μην κοιτάς το δρόμο για να μη μάθεις, για να μη θυμάσαι το πώς να  γυρίσεις πίσω, για μια φορά  να μη σε νοιάζει. Άσε τον εαυτό σου να πιστέψει πως αυτή τη φορά, κάτι θα αλλάξει.
ΥΓ. << Κι αν ο ήλιος κι η βροχή μου άφησαν σημάδια, που είναι αυτός ο ένας , ο μοναδικός έρωτας να με σώσει από τα σκοτάδια;>>

                                                                                                               Ματίνα Στυλίδου