ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΔΕΣ ΤΗΝ ΝΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΖΩΗ!!!!

...ΔΕΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΟΥ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΡΘΡΟ!! ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ...

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2021

H γενιά της γυναικείας απαξίωσης




Εμβρόντητοι έχει μείνει η κοινή γνώμη με τις. μια δεκάδα και κάτι, γυναικοκτονίες στη χώρα μας. Δε βάζω ακριβές αριθμό, αφού ανα πάσα στιγμή ο δείκτης μπορεί να αλλάξει. Κι όλοι αναρρωτιόμαστε τι φταίει, όλοι αγανακτούμε και μετά τσακωνόμαστε για κάτι άλλο. Είμαστε σίγουροι όμως πως κάτι πλέον έχει αλλάξει. Μπορεί οι ηλικίες να διαφέρουν, μπορεί δυστυχώς, να χύνεται αίμα απο άκρη σε άκρη σε όλη την Ελλάδα, όμως αυτά τα στοιχεία δείχνουν πως ολόκληρη η κοινωνία κι όχι μεμονωμένα περιστατικά, έχει παραμορφωθεί. 

Ως εκπαιδευτικός σας καλώ να κάνετε ένα πείραμα. Πηγαίντε στα παιδιά σας, στα νεαρά αγόρια του Δημοτικού ή και του Γυμνασίου και ζητήστε να σας πουν την πρώτη λέξη που τους έρχεται στο μυαλό , όταν ακούν τις λέξεις «γυναίκα», «κοπέλα», «κορίτσι». Να στε προετοιμασμένοι όμως για τις απαντήσεις που θα πάρετε. Θα ακούσετε απο μικρά παιδιά, μικρά κι αθώα , όχι λέξεις όπως «αγάπη», «σεβασμός», «ομορφιά», «μαμά» αλλά θα φιγουράρει στις πρώτες θέσεις η λέξη «π...ανα». 

Φταίνε όμως τα ίδια τα παιδιά για αυτό; Όταν μια ολόκληρη γενιά μεγαλώνει με ακούσματα της τραπ, που το μόνιμο θέμα είναι πόσες θα πηδήξω, πόσους θα σκοτώσω, πόσα ναρκωτικά θα σπρώξω και πόσο μάγκα θα με κάνουν όλα αυτά, για να με βλέπετε με τα όπλα μου, τα γρήγορα αμάξια μου και τα χρυσά μου δόντια. Κάθε μέρα, ώρες μέσα στη μέρα, ακούνε τα πρότυπά τους, να απαξιώνουν τις γυναίκες (αφού αυτές χρησιμεύουν μόνο για τις σωματικές απολαύσεις και τη φιγούρα) και να καμαρώνουν για την παράνομη-εγκληματική τους δράση, (στα υπόλοιπα καλόψυχοι αφού δεν πειράζουν ούτε μυρμήγκι) και δεν είναι ψέμα, κερδίζουν χρήματα απ αυτό, λεφτά πολλά λεφτά που στις μέρες μας είναι το ζητούμενο.

 Το αγοράκι λοιπόν σκέφτεται: « για να είμαι ευτυχισμένος πρέπει να βγάλω χρήματα, για να βγάλω χρήματα, πρέπει να γίνω σπουδαίος, για να γίνω σπουδαίος χρειάζεται: α. να παρανομήσω (ή να μη με νοιάζουν οι νόμοι) και β. να έχω πολλές γκόμενες δίπλα μου (προσέξτε όχι κορίτσια, όχι κοπέλες, γκόμενες), η Αννούλα που κάθεται δίπλα μου και μοιραζόμαστε το θρανίο λοιπόν, δεν είναι κοπέλα, είναι μια ακόμα γκόμενα που μεγαλώνοντας θα χρησιμεύει στην εικόνα μου.»  Αυτός ο πιτσιρικάς θα μεγαλώσει και θα γίνει ένας «σπουδαίος» άνδρας.

Έπειτα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Απο μικρή ηλικία, αναγκαίο κακό της εποχής μας οι selfie και τα likes. Όσο πιο προκλητική η φώτο, τόσα περισσότερα τα likes. Αγόρια και κορίτσια πασχίζουν για να προκαλέσουν. Απο το σέξι βλέμμα του 13χρονου (η χαρά του κάθε παιδόφιλου), στον ωραίο κώλο του 17χρονου σε μια «αθώα » πόζα στην παραλία ή ουπς «χαλαρώνοντας» στο σπίτι. Γαλουχείται μια γενιά που οι δικοί της σημαντικοί άλλοι είναι οι «εραστές» του διαδικτύου κι όχι η οικογένεια ή οι φίλη της. Το κοριτσάκι λοιπόν σκέφτεται : «Για να είμαι πετυχημένη, πρέπει να έχω αποδοχή, για να έχω την αποδοχή πρέπει να γίνω διάσημη, για να γίνω διάσημη πρέπει να έχω κάποιον ματσωμένο δίπλα μου, για να έχω κάποιον σπουδαίο θα πρέπει να είμαι σέξι και καλλίγραμμή και μοντέλο, για να το κάνω αυτό χρειάζομαι likes πολλά likes.»Παιδιά - έφηβοι, που θέλουν να γίνουν διάσημοι, να αποκτήσουν μερίδιο απο τη δόξα άλλων, εύκολα, γρήγορα, αβίαστα θυσιάζοντας τις προσωπικότητές τους στο βωμό των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. 

Μιλάμε για ισότητα και ελευθερία για όλους και το «φαίνεσθαι» περνάει την εποχή της μεγαλύτερής του ακμής. Γιατί αλήθεια σε νοιάζει αν σκρολάροντας στην αρχική σελίδα του κινητού σου, ο διαδικτυακός σου φίλος στο «είναι» του νιώθει όντως ευτυχισμένος; Φυσικά και όχι, όμως εκείνη τη μικρή στιγμή των δευτερολέπτων που σταματάς να χαζέψεις τη φωτογραφία του, τον βλέπεις να χαμογελάει σε ένα ωραίο τοπίο και τον ζηλεύεις και τον οικτίρεις και πατάς like γιατί η εικόνα του σου δημιουργεί τη ψευδαίσθηση μιας ευτυχίας που η δική σου πραγματικότητα αγνοεί.

Τέλος, και καθόλα αμελητέο , όλοι αυτοί οι περιορισμοί φέρνουν μεγάλες εντάσεις σε όλους μας. Φοβάμαι για τις γενιές που θα έρθουν, οι οποίες μεγαλώνοντας θα βλέπουν τον πατέρα να απαξιώνει τη μάνα, τη μάνα να βρίζει τον πατέρα και όλα αυτά περι ισότητας να συμβαίνουν στα λόγια κι όχι στην πράξη. Γιατί ναι, μπορούμε γυναίκες να ψηφίζουμε, ναι διεκδικήσαμε το δικαίωμά μας στη μάθηση και στην εργασία, όμως τι στην πραγματικότητα αφήσαμε πίσω, απο όλα εκείνα τα στερεότυπα που κουβαλούσαμε. Μήπως η ισότητα την οποία διατυμπανίζουμε είναι απλά περισσότερες ευθύνες σε όσα ήδη επωμιζόμασταν; 

Ξέρω πως η μοναξιά είναι δύσκολη. Γνωρίζω, επίσης, πως για να μπορέσεις να επιβιώσεις μέσα σε αυτήν πρέπει να αγαπήσεις εσένα. όχι με λόγια, ούτε με μεγάλα έργα. Ξεκινήστε απο τα απλά. Βάλτε όρια, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Ζητήστε να σας σεβαστούν απαιτήστε το κι αν δείτε, πως δεν το κάνουν, πως το αφήνουν για αργότερα, φύγετε, γιατί δε θα το κάνουν ποτε. Μην περιμένετε απο κανέναν να αλλάξει. Κι όσο τρομακτικό κι αν ακούγεται καλύτερα να είστε μόνοι σας, παρά με κάποιον που δε θέλει να κυκλοφορεί μαζί σας. 

ΥΓ. «Αντί να κουνάμε επικριτικά το δάχτυλό μας, αντί να σηκώνουμε το χέρι μας, ας το χρησιμοποιήσουμε για να δείξουμε το δρόμο. Ναι, το παιδί σου, μπορεί να γίνει ότι θελήσει αυτό. Αλλά δίδαξέ το, συμβούλεψέ το, να το κάνει με σεβασμό, πρώτα απέναντι στον εαυτό του κι έπειτα στον άλλον, στον οποιοδήποτε άλλο. Μάθε στον γιό σου να σέβεται και στην κόρη σου να απαιτεί να την σέβονται. »

                                         


                                                                                                                              Ματίνα Στυλίδου

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2021

30 και κάτι... βασανιστήρια!

 



Λίγη ευλογία, ένας μικρός τρόμος, αγωνία για τη συνέχεια και πολλά ερωτηματικά. Όλα αυτά γυρνούσαν στο μυαλό μου, την ώρα που έσβηνα τα 30στα κεράκια μου. Ευτυχώς, δεν μπήκαν ένα ένα στην τούρτα, γιατί δεν είχαμε λεφτά για τούρτα «δίπατη γάμου». Τι άλλαξε μετά; Πολλά και τίποτα. Πολλά, γιατί κάθε χρόνος, που κουβαλάς στην καμπούρα σου σίγουρα σε αλλάζει και σε κάνει να γέρνεις λιγάκι και τίποτα, γιατί οι αλλαγές είχαν γίνει πριν, κατά τη διάρκεια και μετά. Η αλήθεια είναι ότι πλέον τα ψέματα τελείωσαν, δεν έχεις δικαιολογίες για τον εαυτό σου, ούτε μπορείς να μένεις στάσιμος για πολύ. 

Είναι αυτό το κομβικό σημείο στη ζωή, όπου συνειδητοποιείς, πως κάτι πρέπει να αλλάξεις. Κάποιες θέλουν να αλλάξουν τη σχέση τους σε κάτι πιο σοβαρό και επίσημο (γάμος λέγεται αλλά δεν ήθελα να σας τρομάξω), κάποιες να δημιουργήσουν μια νέα ζωή και να μεταδώσουν όσα έμαθαν μέχρι τώρα (για μένα δεν είναι πολλά μήπως να περιμένατε λίγο ακόμα;) και κάποιες (βλέπε εδώ) θέλουν να θεμελιώσουν την επαγγελματική τους ζωή και να αποκτήσουν κάτι δικό τους.  Η πιο σπουδαία αλλαγή όμως, που επιβάλλεται στα 30ντα να κάνεις, είναι να ωριμάσεις. 

Αυτό στα δικά μου μάτια δε σημαίνει απόλυτα, το να σοβαρευτείς ή να κόψεις τις «κακές συνήθειες». Για μένα ωρίμανση, είναι να γίνεις θύτης και θύμα των ενεργειών σου. Με λίγα λόγια να αποδεχτείς πως ότι ενέργειες κάνεις, ότι συνέπειες δέχεσαι είναι κάτι αυστηρά και μοναδικά δικό σου. Αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου και προχωράς με τις όποιες επιπτώσεις, οφείλοντας να προσαρμοστείς σε νέες καταστάσεις και επίπεδα. 

Απαραίτητη προϋπόθεση για αυτό, είναι να αγαπήσεις επιτέλους το εαυτό σου. Μαζί παίξατε, μαζί ερωτευτήκατε, μαζί δώσατε εξετάσεις, μαζί κάνατε την πρώτη σας σχέση, μαζί τσακωθήκατε με φίλους, μαζί ήσασταν τις στιγμές της μεγαλύτερης ευτυχίας, μαζί κι όταν όλα έμοιαζαν δύσκολα και απροσπέλαστα. Κι ενώ, έχουμε έναν συνοδοιπόρο, πιστό, φύλακα άγγελο συνέχεια δίπλα μας, εμείς επιλέγουμε να τον μειώνουμε, να τον αγνοούμε, να τον κατηγορούμε. Πόσο καλύτερα θα νιώθαμε αν απλά τον συγχωρούσαμε για εκείνη τη φορά που δεν μας προφύλαξε και πληγωθήκαμε, αν τον αγκαλιάζαμε και τον παρηγορούσαμε για τότε που ένιωθε πολύ μόνος κι εμείς δεν τον βοηθήσαμε, αν για μια φορά τον υπερασπιζόμασταν με νύχια και με δόντια, όταν κάποιος τρίτος έμπαινε αναμεσά μας και τον μείωνε, τον προσέβαλε ή τον έφερνε σε δύσκολη θέση.

Εκεί κοντά στα 30ντα ήταν όταν κι εγώ έδωσα για εκείνον την πρώτη μου μάχη. Όταν αποφάσισα ότι κανένας δεν έχει δικαίωμα και δε θα επιτρέψω να τον προσβάλει ή να τον ρίξει στα μάτια μου. Αν ο κόσμος είναι κακός, τότε εμείς είμαστε χείριστοι,που αφήνουμε τους άλλους να μας κακομεταχειρίζονται. Σαν άλλη μάνα -λέαινα βγήκα μπροστά και επιτέθηκα (και τίποτα δεν έμεινε όρθιο μετά απ αυτό), όλα στη συνέχεια άλλαξαν. 

Για πρώτη φορά πάλεψα για κάτι που πραγματικά άξιζε, έπιασα τον εαυτό μου απο το χέρι και πολεμήσαμε μαζί. Εκείνη τη φορά νικήσαμε. ίσως την επόμενη να μη συμβεί αυτό, να  δώσουμε τη μάχη μας και ο αντίπαλος να ναι πιο δυνατός. Θα ́μαστε όμως μαζί και δε θα νιώθω μόνη και αβοήθητη στον κόσμο ετούτο...

Σ αυτή την ηλικία λοιπόν και με ένα αριθμό μαχών για διαπιστευτήρια αναγνώρισα το σεβασμό. Ξέρετε σαν έννοια υπάρχει στο λεξιλόγιο όλων μας. Δεν είναι όμως καθολική. έρχεται και φεύγει ανάλογα την ανοχή μας και το πόσο μόνοι και απελπισμένοι νιώθουμε. Όταν για παράδειγμα, γνωρίζεις κάποιον κι εκείνος απο την πρώτη στιγμή σου δείχνει ότι δεν τον ενδιαφέρεις σαν άνθρωπος, αλλά σαν σώμα, τότε ξέρεις ότι δε σε σέβεται, εσύ όμως ελπίζεις. Η μοναξιά που νιώθεις, εικονικά καλύπτεται με την παρουσία του στη ζωή σου κι ελπίζεις πως το «όχι πολλά πολλά», θα γίνει μεγάλη σχέση. Ελπίζεις για σεβασμό, σε κάποιον ή σε κάτι, που απο την αρχή δεν στον έδειξε. Κι η συνέχεια είναι γνωστή... 

Το πράγμα αυτό τραβάει σε αυτή τη συχνότητα, εσύ κάποια στιγμή, απαιτείς αυτό που θέλεις και σου λείπει , η άλλη μεριά αρνείται να στο δώσει, βγαίνοντας κι απο πάνω που τολμάς να το ζητάς και γυρνάς πάλι στην αρχή , αυτή τη φορά με μια επιπλέον «γρατζουνιά» για παράσημο.  

Την αποτυχία τη γνωρίζεις, την έχεις συνηθίσει, την ξέρεις καλά. Είναι δρόμοι και μονοπάτια, που έχεις περπατήσει χιλιάδες φορές. Δε φοβάσαι να πέσεις, γιατί ξέρεις να σηκώνεσαι. Δε φοβάσαι να χτυπήσεις γιατί αυτό το «γέρικο σκαρί» των 30ντα έχει αποδειχθεί πολύ ανθεκτικό. Αν όμως καμία απο εμάς δεν ανεχόταν κάτι τέτοιο, αν καμία δεν έκανε εκπτώσεις στις επιλογές της, τότε τα πράγματα θα άλλαζαν, για όλες. Αν όλες απαιτούσαμε το σεβασμό, αν είχαμε μηδενική ανοχή στην κακή συμπεριφορά, τότε δε θα είχαν καμία επιλογή πέρα απο το να σέβονται και να τους νοιάζει το πως θα συμπεριφέρονται, αφού θα είχαν σίγουρα κάτι να κερδίσουν. 

Έστω ότι η ζωή είναι ένα μεγάλο αλισβερίσι , στο οποίο θα δώσεις για να πάρεις, τότε γυναίκες αυτού του κόσμου, έχουμε καταφέρει να χτίσουμε περιουσίες και να τις ξεπουλάμε κάθε βδομάδα στο παζάρι για λίγα ξερόχορτα. Τόσο ανεξάρτητες, τόσο χειραφετημένες, με μόρφωση, με εφόδια, με άπειρες δυνατότητες, με ευθύνες που ξεπερνάνε τον ορισμό της ισότητας και να μη μπορούμε να προστατεύσουμε μια μικρή καρδιά, να θυσιάζουμε τόσο εύκολα τα κορμιά μας, για λίγα ψίχουλα συναισθήματος. 

Κι αν αυτό δεν το σταμάτησες στα 20, στα 30ντα σου έχεις την υποχρέωση να το κάνεις. Ας υποθέσουμε ότι ήθελες να δοκιμαστείς, να το ζήσεις, να πονέσεις για να ευτυχήσεις. Τώρα όμως αρκετά. Φυσικά, δεν έχω καμία πρόθεση να θίξω ολοκληρωτικά το άλλο φύλο κι αυτό, γιατί με πράξεις, ενέργειες και αποδείξεις, έχω πεισθεί πως ότι ζητάς και απαιτείς αυτό θα λάβεις. Σίγουρα δε θα σε σεβαστούν όλοι, αν η αναλογία είναι να γνωρίσεις 10 , ίσως πάρεις τον σεβασμό απο 1 ή 2. Αυτό δεν είναι κακό όμως, γιατί οι υπόλοιποι όσο ωραίοι κι αν είναι, αν δε σε σέβονται, δε σ έχουν ψηλά, δε σε εκτιμούν, τότε δε χρειάζεται να σε έχουν.   

Η βάση αυτού του συλλογισμού είναι πως το αντίθετο φύλο, όταν γνωρίζει ένα άτομο που τον ενδιαφέρει, στιγμιαία το κατηγοριοποιεί. Οι κατηγορίες είναι 3: πρώτον «η δε με ενδιαφέρει- τη βλέπω φιλικά», δεύτερον η «αυτή είναι για να περνάμε καλά» (μια, δέκα. είκοσι , πενήντα φορές) και τρίτον η «γυναίκα που αξίζει να σεβαστώ, να περιμένω, να κεράσω, να δω έστω και για λίγα λεπτά». Ακριβώς επειδή αλλάζει το μάτι, κάθε φορά αλλάζει και η κατηγορία στην οποία θα τοποθετηθείς. Και είναι οκ! 

Και μόνο που βγαίνεις εκεί έξω καθημερινά θέλει θάρρος, το ότι τόλμησες έστω να συμπαθήσεις τον εαυτό σου, σε έχει κάνει να προχωράς κάθε μέρα κι όταν επιτέλους θα απαιτείς το σεβασμό κι όποιο άλλο συναίσθημα και συμπεριφορά σου αξίζει, τότε θα είσαι πια ελεύθερη. Η ελευθερία σου θα έχει να κάνει με εσένα, δε θα συγκρίνεσαι με περιπτώσεις φίλων σου, δε θα κοντράρεσαι για το ποια θα είναι πιο «ξέκωλο» κι ούτε θα σε νοιάζει αν το βράδυ στα «πιο ωραία» σου, θα γνωρίσεις κάποιον. Θα απελευθερωθείς , γιατί θα δίνεις χρόνο στον εαυτό σου να κοιτάξει γύρω, θα νιώσεις ευτυχία με ένα ηλιοβασίλεμα, μια βόλτα, ένα γέλιο με κάτι που άκουσες ή είπες. Θα σταματήσεις να εύχεσαι να είχες κάτι άλλο, εκτιμώντας όλα όσα έχεις τώρα.

ΥΓ. Καμία μάχη δε δόθηκε χωρίς απώλειες. ούτε ο δρόμος που προτείνω είναι αναίμακτος, αν δείτε τις δικές μου πληγές θα καταλάβετε. Σαν γυναίκα όμως, δεν ανέχομαι να βλέπω άλλο προσωπικότητες και σώματα να ευτελίζονται και να πουλιούνται φθηνά σε ένα παράνομο παζάρι ψεύτικης ευτυχίας. Δε θέλω να ξανακούσω κάποιον στο δρόμο να βρίζει και να μειώνει τη γυναίκα που έχει δίπλα του κι εκείνη απλά να τον ανέχεται για να μην μείνει μόνη. Ας σταματήσουμε να ανταγωνιζόμαστε η μια την άλλη κι ας γίνουμε λίγο πιο ανεκτικές σε ότι αφορά τη γυναικεία μας φύση.

                                                                                                                      Ματίνα Στυλίδου

 

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021

Δε φοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα (δεν είμαι πια) ελεύθερος!

Αισίως και ο Φλεβάρης τελειώνει. Κλείνουμε ένα χρόνο καθολικού εγκλεισμού και το «μένουμε σπίτι», είναι φράση περιττή. Αν είμαι αισιόδοξη; Προφανώς και όχι. Ποιος είναι άλλωστε; Όσο κι αν διακωμωδήσαμε αυτό που μας συμβαίνει, όσο υπομονή και να δείξαμε, όσα ψυχικά αποθέματα κι αν ανακαλέσαμε, έρχεται η στιγμή, που δεν έχεις άλλο να δώσεις. Πίστευα ότι το χειρότερο, που θα αντιμετώπιζε η γενιά μου ήταν η οικονομική κρίση, πως το να ζω με τους γονείς μου μέχρι τα 30ντα, το ότι θα παίρνω 3-4 ευρώ την ώρα (με ένσημα) δουλεύοντας στην παραπαιδεία, θα ήταν το χειρότερο, που θα είχα να αντιμετωπίσω και κάπου μέσα μου το συνήθισα. Έμαθα να κάνω οποιαδήποτε δουλειά για να έχω «χαρτζιλίκι», συμβιβάστηκα πως η ζωή μου θα ξεκινήσει πάλι μετά τα πρώτα -αντα. Κι έκανα υπομονή και άντεχα. Δεν ήξερα …

Ένα χρόνο μετα και με τα οικονομικά μου να κατηφορίζουν και εγώ να τρέχω από πίσω τους, μου ζητάνε να συμβιβαστώ πάλι. Στην αρχή μου ζήτησαν να αποδεχτώ τον εγκλεισμό μου. «Είναι για το καλό σου», μου είπαν, «σε προστατεύουμε». Έπειτα απαγόρευσαν οτιδήποτε με έκανε χαρούμενη, έκλεισαν την εστίαση, τα θέατρα, τις συναθροίσεις, απαγόρευσαν ακόμα και τις επαφές, οποιουδήποτε είδους. Δεν άφηναν να αγγίζω, να αγκαλιάζω, να πλησιάζω κανέναν. «Θές να σε κολλήσουν;», «όχι, βέβαια!» τους απαντούσα. Κι έτσι το αποδέχτηκα κι αυτό κι έμεινα σπίτι. 

Ύστερα μίλησαν για τις μάσκες: «Πρέπει να τις φοράς παντού», «να κρύβεσαι από τους άλλους», «όχι μόνο δε θα τους πλησιάζεις, ούτε θα τους βλέπεις», δε θα αναγνωρίζεις πρόσωπα, δε θα αντιλαμβάνεσαι μορφασμούς και αντιδράσεις κι αν γίνεται θα αποφεύγεις και να τους κοιτάς (το τελευταίο δεν ήταν εντολή, μια μικρή υπόδειξη μόνο). Εκεί λίγο τσίνησα, όχι γιατί δεν έβλεπα τα πρόσωπα των άλλων, αλλά περισσότερο, γιατί ένιωθα εγώ να πνίγομαι. Το περίεργο είναι ότι δεν αισθάνθηκα «δέσμια» όταν κλείστηκα στο σπίτι, αλλά ,όταν φόρεσα τη μάσκα, σαν να είχα συνεχώς ένα χέρι να με φιμώνει, μην τυχόν και μιλήσω. 

Κι όλα τα έκανα και αλήθεια σας το λέω, υπάκουσα, ακόμα και με το δάχτυλο έδειχνα όσους τολμούσαν να διασκεδάσουν. Έκλειναν τα μαγαζιά στις 12; 11 και μισί πάρκαρα έξω από το σπίτι μου, τόσο νομοταγής, τόσο πολύ ήθελα να πετύχει όλο αυτό. «Δεν ήταν αρκετό!» μου φώναξαν, «κάτι έκανες λάθος», «μάλλον έκλεψες ή έκανες ζαβολιά και τώρα θα πληρώσεις πάλι». Κι έτσι μετράω 4 μήνες εγκλεισμού. 

Για το καλό μου, η ζωή μου λίγο πριν τα 30ντα έχει σταματήσει. Βγαίνω συγκεκριμένες ώρες από το σπίτι και δίνοντας πάντα αναφορά για το λόγο της εξόδου μου. Εργάζομαι για  ώρες, μπροστά από μια κάμερα και η μόνη επαφή που έχω με τους άλλους «πανδημιώτες» (να με συγχωρέσει ο κύριος Μπαμπινιώτης) είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Βέβαια μην είμαι κι αχάριστη, μου επιτρέπουν να κάνω φίλους από εδώ, με αφήνουν να ερωτεύομαι και να γνωρίζω κόσμο και μου έχουν φτιάξει μια ψευδαίσθηση ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει, πως είμαι ακόμα ελεύθερη να επιλέγω, αρκεί να μη συναντήσω κανέναν από κοντά. 

Συνεχίζω να κάνω ότι μου λένε, «για το καλό μου» και νιώθω ότι πληρώνω για ένα αδίκημα, που σας ορκίζομαι δε θυμάμαι να έκανα. Σαν να πρωταγωνιστώ σε μια από αυτές τις αμερικάνικες ταινίες, προσπαθώ να πείσω εσάς τους ενόρκους, πως δε φταίω, ότι εκτίω μια ποινή άδικα. Δέσμια μια συνθήκης, να εργάζομαι για να απασχολώ το μυαλό μου και να μετράω μέρες, μέχρι την αποφυλάκιση. Η οποία παρεμπιπτόντως όλο αλλάζει, αφού νέες κατηγορίες έρχονται στο φως. 

Σε κατ' οίκον περιορισμό, να προστατεύω τη ζωή μου, αλλά να νιώθω πως δεν έχω ζωή πια.

ΥΓ. Περιττό να αναφέρω πως το κείμενο γράφεται στην υπερβολή του χάριν ποιητικής αδείας. Δε θέλω να γίνω «μελό», ούτε να κερδίσω τον οίκτο κανενός. Σκεφτείτε όμως, πως ο καθένας από μάς με όλα αυτά που βιώνουμε ένιωσε αυτή την απελπισία. Μπορεί όχι για δυο ώρες ή μια μέρα, αλλά για ένα δεύτερο, για λίγα λεπτά. Πιστεύω αρκούν για να χάσεις λίγο από την ψυχη σου.

                                                     
                                                                                                               Ματίνα Στυλίδου