Τις σκοτεινές Κυριακές που η βροχή εμποδίζει τη σκέψη ,τότε σ΄αναζητώ πιο πολύ. Τα πρωινά δίχως νόημα που ξυπνάς αλλά εύχεσαι να κοιμόσουν. Όταν τίποτα δεν σε κάνει να σηκωθείς, δεν παρακινήσε, δεν το επιθυμείς.
Μοναδική σου επιθυμία ο χρόνος να κυλίσει, να μην σ αναγκάσει να μετρήσεις κάθε δευτερόλεπτο της μέρας. Να κυλίσει και να φύγει παίρνοντας μαζί του όλες τις αποτυχημένες στιγμές σου, όλες εκείνες τις φορές που έπεσες και δεν σηκώθηκες.
Για λίγο να κάτσεις στο κρεβάτι και να μην προσπαθείς. Μόνος να μείνεις χωρίς κουβέντες κι εξηγήσεις. Να κλείσεις τα μάτια ξανά και να βυθιστείς σ εκείνα τα όνειρα που φανερώνουν το δικό σου παράδεισο, στους τόπους εκείνους που θέλεις να παραμείνεις.
Εκεί που σε θέλουν , που σε ζητούν κι εσύ γελάς γιατί για λίγο νιώθεις ο εαυτός σου. όμως πάλι θα ξυπνήσεις, πάλι θα χαθούν όλα και θ ανοίξεις τα μάτια σου.
Κυριακή ξανά, συννεφιασμένη Κυριακή τίποτα δεν θυμίζει αυτά που πριν λίγο απολάμβανες, μόνος σ ένα δωμάτιο με σβηστά τα φώτα , ούτε ήλιος να μπαίνει, ούτε φως, σκοτεινά σαν τη δική σου διάθεση.
Γυρνάς πλευρό, κάτι στο όλο σκηνικό δεν σ αρέσει, στο όνειρο κάποιου άλλου πρέπει να γίνεις τώρα πρωταγωνιστής, το μισείς αυτό, το σιχαίνεσαι. Θέλεις μόνος σου να φτιάχνεις σενάρια , όχι να τα εκτελείς.
Σηκώνεσαι, αναγκάζεσαι , όπως σ΄όλα πλέον στην ενήλικη ζωή σου, αναγκάζεσαι ή σ αναγκάζουν.
Η μορφή σου , όμορφη, ο καθρέφτης μουτζουρωμένος.
Τον καθρέφτη κατηγορώ που δεν δείχνει την αλήθεια. Σαν φίλτρο χαλασμένο , εικόνα που δεν σου ταιριάζει.
Πρώτη γουλιά από τον καφέ , ούτε ένα μήνυμα όπου κι αν κοιτάξεις, κανείς. Δεν σε πειράζει πια, το έχεις συνηθίσει , μελαγχολική Κυριακή και δεν θέλεις να μιλήσεις με κανέναν.
Τι να πεις, οι άνθρωποι μιλάνε αλλά δεν ακούν , αυτό είναι το ελάττωμά τους, τι κι να εσύ προσπάθησες, τι κι αν φώναξες, τι κι αν άκουσες.
Αν ρωτήσουν για σένα τώρα πια τι θα πεις, ποια ιστορία από τη ζωή σου θα τους διηγηθείς πάλι, ποια συναρπαστική περιπέτεια, ποιο πρόβλημα , ποια χαρά.
Χαρά...
Κι αν θα τους νοιάξει, κι αν θ ακούσουν κι αν σε μισήσουν για αυτό.
Βροχερή Κυριακή, ξεσπά τα βγάζει από μέσα της, εσύ πότε;
Πότε θα μιλήσεις, πότε θα βγάλεις από μέσα σου , όσα νιώθεις, πότε θα σταθείς μπροστά με ίσια την πλάτη, σοβαρός και θα μιλήσεις.
Στα χθεσινά να αντιδράσεις, να θυμώσεις , να πάρεις απαντήσεις.
Δεν τις θες πια και τον καλύτερο εαυτό σου να δείξεις , δεν θα το αναγνωρίσουν, έχουν μάθει να βλέπουν το λίγο κι εσύ λίγος δεν ήσουν ποτέ.
Σ όλα πολύ , σ όλα παραπάνω και τώρα άδειος, όπως κι η κούπα του καφέ δίπλα σου.
Μικρή Κυριακή κι αυτό θες, να μικρύνει, να περάσει , να φύγει , ν αρχίσει ο χρόνος απ την αρχή και μαζί κι εσύ.
Τη Δευτέρα περιμένεις, αυτήν περίμενες πάντα , την καινούρια μέρα , τον ήλιο να βγει ξανά. Να βγεις κι εσύ και να δώσεις λίγο από τα όνειρα σου στο τώρα.
Τι κι αν στο παρόν δεν ελπίζεις, στο μέλλον πάντα θα πετάει μια πεταλούδα δίπλα σου, για όσα αύριο θες να αλλάξεις πριν γίνουν σήμερα, πριν γίνουν χθες,
Υ.γ ''Πόσο τυχερά , άτυχος είναι εκείνος που καταλαβαίνει περισσότερα απ όσα οι άλλοι τον αφήνουν;''
Ματίνα Στυλίδου

