Ξέρεις, πάντα ήμουν άτομο αισιόδοξο, πιθανόν κάποιες φορές υπέρ αισιόδοξο. Βρισκόμουν σ' ένα «ροζ» συννεφάκι από μικρή .Πίστευα, πως όλα μαγικά, με την απαλή κίνηση του χεριού κι ένα ραβδί θα έφτιαχναν. Όπως, ακριβώς, γίνεται και στη μυθοπλασία. Για χρόνια, για πολλά χρόνια , αυτό είχα πιστέψει πως θα ήταν η ζωή μου. Μια ιστορία. Μυθοπλασία για μεγάλους, που ο «δημιουργός» στο τέλος, θα έδινε τη λύτρωση. Για καιρό έτρωγα χαστούκια, λύγιζα, κουλουριαζόμουν, αλλά «μαγικά», όπως, νόμιζα, σηκωνόμουν.
Στεκόμουν πάλι στα πόδια μου και συνέχιζα να κάνω βήματα. Λάτρευα τη φωτιά και με σαγήνευε το ακατόρθωτο. Όσο πιο δύσκολα ή περίπλοκα γίνονταν τα πράγματα, τόσο, εγώ, ήθελα να βρίσκομαι κοντά τους. Το απλό; Το εύκολο; Απλά δε με αφορούσε.
Δεν πόθησα ποτέ μια βόλτα σε ένα καταπράσινο λιβάδι, αλλά τώρα που το σκέφτομαι, δε μου δόθηκε και ποτέ αυτή η ευκαιρία. Μέχρι τώρα, ο δρόμος ήταν κακοτράχαλος κι εγώ με σίγουρο βήμα τον διέσχιζα, ακόμα κι όταν, μου κόβονταν η ανάσα, χαμογελούσα. Ήθελα να αποδείξω στο «δημιουργό» της μυθοπλασίας μου, πως άξιζα την τελική του επιβράβευση. Παράξενο, αλλά αυτή δεν ερχόταν σχεδόν ποτέ. «Θα είναι κάτι φοβερό, για αυτό αργεί», έλεγα και προχωρούσα.
Τα δύσκολα, τα ξεπερνούσα. Αλλά πάντα μόνος και αφήνοντας κάθε φορά λίγο από το σύννεφο μου πίσω. Μέχρι που το συννεφάκι μου, το ροζ, απαλό συννεφάκι, που με ταξίδευε τόσο καιρό, δε με χωρούσε πια. Είχε πλέον λιγοστέψει μαζί με τα όνειρά μου.
Μπαίνοντας στη τρίτη δεκαετία της ζωής μου, έπεφτα αρκετά συχνά από αυτό. Δε με κρατούσε πια ή δε με ταξίδευε αρκετά μακριά. Χρειάστηκε να αντιμετωπίσω την πραγματικότητα περισσότερες φορές απ' όσες φαντάστηκα. Και σιγά σιγά, άρχιζα να τη συνηθίζω. Τα «ροζ» μου ταξίδια μειώθηκαν και το αίσιο τέλος δεν ήταν καν επιλογή.
Αργά και βασανιστικά τα πόδια μου διέσχιζαν μόνο κακοτράχαλους δρόμους και εκεί δεν υπήρχε χώρος για ξεκούραση. Και πάλευα με νύχια και με δόντια, να μη φανεί η δυσαρέσκεια μου.
Σκεφτόμουν, πως αν όλο αυτό είναι η ιστορία μου, δε θα θελα οι «αναγνώστες», να με έβλεπαν να τα παρατάω. «Αυτός άντεξε», «αυτός τα κατάφερε», «αυτός ανταμείφθηκε». Έτσι, ήθελα να πιστεύουν για μένα. Ποτέ όμως, δεν ερχόταν το ΅«σωστό» τέλος. Πάντα τα κεφάλαια έκλειναν άδοξα. Κι εγώ προχωρούσα στα επόμενα θριαμβευτής.
Μπορεί να είχα χάσει το μεταφορικό μου μέσο προς τα όνειρα, το «ροζ» συννεφάκι μου, αλλά εγώ, συνέχιζα να ταξιδεύω προς τα εκεί.
Τα μαθήματα ήταν πολλά κι επίπονα. Και με άλλαξαν. Ναι, το παραδέχομαι. Ο άνθρωπος, που διασκέδαζε τις ήττες του δεν υπάρχει πια, χάθηκε μαζί με εκείνον που θεωρούσε, ότι το τέλος θα τον δικαιώσει.
Τα όνειρα δεν υπάρχουν και κανένα μέσο δε θα σε πάει σε αυτά. Οι υπόλοιποι τα αποκαλούν «επιθυμίες» και τις ζουν, μόνο αν καταφέρουν να συνδυάσουν την τύχη με το πείσμα τους.
Κανένα «τρίτο» χέρι δε θα σε βγάλει από τις παγίδες μόνο εσύ, μόνο ο εαυτός σου. Κι αν θέλεις κάθε φορά το κεφάλαιο που ανοίγεις να τελειώνει ευνοϊκά για σένα, τότε, οι συγκυρίες και ο εγωισμός σου μπορούν να τις υλοποιήσουν. Αν δεν πιστεύεις αρκετά σ εσένα ή αν «σχόλαγαν οι Μοίρες», την ώρα της γέννησής σου, τότε, απλά υπόμεινε όσα συμβαίνουν.
Απλά ξέρεις... καμιά φορά παλεύεις και προσπαθείς και τα κάνεις όλα σωστά, αλλά δεν έχει σημασία. Ποιος περιμένεις να το δει ή ακόμα χειρότερα, ποιος περιμένεις να το εκτιμήσει; Ελάχιστοι είναι εκείνοι, που έχουν λόγο και τιμή, ελάχιστοι, εκείνοι, που όσα λένε τα εννοούν. Συνοδοιπόρους δε θα βρεις, αν ακόμα ονειρεύεσαι κι όσοι θα σε πλησιάσουν με τα δικά τους «ροζ» συννεφάκια, φυλάξου, γιατί δεν είναι τίποτα περισσότερο από είδωλα.
Αν θες να σταθείς δίπλα σε κάποιον χρειάζεται απλά να τον κοροϊδέψεις. Ποτέ μα ποτέ μη δείξεις τον εαυτό σου. Ποτέ μην αφεθείς σε ότι ζεις. Όσο πιο ψεύτικο αυτό, που θα παρουσιάσεις, όσες πιο πολλές οι σάλτσες και τα είδωλα, τόσο πιο ανεκτίμητο θα θεωρηθεί.
Οι άνθρωποι φοβόμαστε την αλήθεια. Προτιμάμε το εφήμερο, το συνειδητά υποκριτικό, ίσως, γιατί μας είναι οικείο και δε μας φοβίζει. Αν εγώ σου μιλήσω για όνειρα, πιθανόν να τα πιστέψεις, πιθανόν να θελήσεις να τα φτάσεις, να τα κάνεις δικά σου κι η απογοήτευσή σου, όταν ανακαλύψεις πως δεν υπάρχουν θα σε τσακίσει.
Για αυτό άφησέ με καλύτερα να σου μιλήσω για ξαναμμένες σάρκες και ατέλειωτες ώρες ηδονής. Γιατί το σώμα είναι μια μηχανή που επισκευάζεται και επαναλειτουργεί. Η ψυχή όμως, είναι ζωντανή κι όταν σπάει δεν επισκευάζεται. Το χαμένο της κομμάτι θα κάνει αισθητή την απουσία του και σε αυτή και στην επόμενη ζωή.
Ματίνα Στυλίδου