Κι εκεί που ζεις αναίτια, χωρίς ουσία ή σκοπό συμβαίνει κάτι
μοναδικό, κάποιος χτυπά την πόρτα της καρδιά σου. Έπειτα από μήνες απόλυτης
ησυχίας, ένας δυνατός θόρυβος σε ρίχνει από την καρέκλα σου.
Στην αρχή ταράζεσαι, αρχίζεις να κοιτάς δεξιά κι αριστερά
σαν χαμένος μέχρι το βλέμμα σου να σταματήσει να εστιάσει σε αυτόν τον ένα και μοναδικό
άνθρωπο που σου χτυπά την πόρτα.
Μια σκιά ίσια και ευθυτενής, με αποφασιστικότητα και αυτοπεποίθηση
στέκεται μπροστά σου. Εσύ, δειλά, σηκώνεσαι από τη θέση σου, διστάζεις γιατί
μόλις που έκλεισες τις πληγές σου, μόλις που πρόλαβες να ξεχάσεις και να
ξεχαστείς.
Τα βήματά σου αργά σε τραβούν κοντά του, όσο κι αν φοβάσαι
κάτι υπάρχει στο βλέμμα του ανθρώπου αυτού που σε τραβάει, ένα μυστήριο πλανάται
γύρω του και σε καλεί να το ανακαλύψεις -πάντα ήσουν επιρρεπής στα μυστήρια- πλησιάζεις,
έχεις φτάσει τόσο κοντά που τώρα ακούς την ανάσα του στα αυτιά σου, αναπνέει
γρήγορα, αγωνιά, ανυπομονεί.
Το χέρι σου αγγίζει τώρα το χερούλι της πόρτας, λίγο πριν το
λυγίσεις η καρδιά σου ξεπηδά από το στήθος σου, μια ταραχή σε κυριεύει, άραγε, θα
είναι όλα αυτά που περίμενες καιρό, άραγε, θα σε σώσει απ’ όσα σε κρατούν στην
γη, θα είναι αυτός που θα σπάσει τα δικά σου δεσμά;
Ανοίγεις την πόρτα σιγά σιγά λίγο φως μπαίνει από το κενό,
μια σκιά σχηματίζεται η οποία δευτερόλεπτα μετά παίρνει σάρκα και οστά μπροστά
σου, σηκώνεις το βλέμμα και ψάχνεις τα μάτια.
Δε σε ενδιαφέρει, το ύψος, το σώμα, τα χαρακτηριστικά, αν
είναι ξανθός ή μελαχρινός, αν είναι ψηλός ή κοντός, γυμνασμένος ή όχι, εσύ τα
μάτια ψάχνεις να βρεις. Μέσα τους θα δεις την αλήθεια, στο βλέμμα αυτό θα
αναζητήσεις καλοκαίρια και χειμώνες ξεχασμένα. Μάτια καστανά, μπλε ή μαύρα.
Τα βλέμματά σας συναντιούνται κι είναι σαν να μιλούν, μέσα
σε λίγες στιγμές μοιράζονται τα πάντα, αναγνωρίζουν το ένα το άλλο σαν να είχαν
ιδωθεί ξανά, σαν να περπάτησαν μαζί και σ’ άλλα μονοπάτια, σε άλλες εποχές και
σ΄ άλλα σώματα. Γνωρίζονται!
Οι χτύποι της καρδιά σου πέφτουν, η ανάσα που άκουγες
στιγμές πριν να αγωνιά, σιωπά. Η στιγμή της αναγνώρισης έχει πια τελειώσει.
Τώρα περιμένεις, περιμένεις τον άνθρωπο αυτό με το καθάριο βλέμμα να σου
απλώσει το χέρι και να φύγετε. Να προχωρήσεις μπροστά, να φύγεις, να κλειδώσεις
πόρτες και παράθυρα να μην αφήσεις περιθώρια για επιστροφή. Νιώθεις έτοιμος πια
να ακολουθήσεις το μονοπάτι που θα σου δείξει.
Μα πρόσεχε, μην δώσεις σημασία στο δρόμο, ψηλά να έχεις το
βλέμμα, ο νους σου να μένει μόνο στη διαδρομή. Μην κοιτάς το δρόμο για να μη
μάθεις, για να μη θυμάσαι το πώς να γυρίσεις πίσω, για μια φορά να μη σε νοιάζει. Άσε τον εαυτό σου να
πιστέψει πως αυτή τη φορά, κάτι θα αλλάξει.
ΥΓ. << Κι αν ο ήλιος κι η βροχή μου άφησαν σημάδια,
που είναι αυτός ο ένας , ο μοναδικός έρωτας να με σώσει από τα
σκοτάδια;>>
Ματίνα Στυλίδου