Κυριακή πρωί. Σπίτι. Σε σκέφτομαι. Ξανά. Ίσως η ίδια κατάσταση να συνεχιστεί μέχρι το μεσημέρι, το απόγευμα, το βράδυ. Ίσως πάλι, η ροή των πραγμάτων να αλλάξει και δυο - τρεις δουλειές, μια βόλτα με φίλους, ένα τηλεφώνημα, να καταφέρουν να σε βγάλουν για λίγο από το μυαλό μου. Κάπου εκεί έξω, υπάρχει ένας άλλος μου εαυτός, πολύ διαφορετικός από εμένα. Εκείνος δε θα επέτρεπε τη νοσταλγική διάθεση, δε θα σπαταλούσε ώρες μπροστά από ένα πληκτρολόγιο, αραδιάζοντας μελοδραματικές σκέψεις. Εκείνος, δε θα ανεχόταν την άσκοπη σπατάλη ενέργειας για κάτι που δε βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη του ενός μέτρου.Όμως, από την άλλη, εκείνος είναι τόσο μακριά από όλο αυτό που πιθανόν να μην ήξερε.Για εκείνον η ζωή προχωρά, έχει μάθει να κρίνει αυστηρά και να είναι αδυσώπητος όσο αφορά τις επώδυνες καταστάσεις. Εκείνος ακολουθεί μόνο ένα δρόμο, ευθύ, ίσιο, χωρίς στροφές, ανηφόρες ή κατηφόρες. Στη μεταξύ μας σχέση, εκείνος αποφασίζει για το επόμενο βήμα, επιλέγει την επόμενη ιστορία, φτιάχνει αστραπιαία το σενάριο, ορίζει τους πρωταγωνιστές κι έπειτα απομακρύνεται, έχοντας ήδη γυρίσει την πλάτη του. Από την άλλη μεριά, εγώ τον ακολουθώ. Έρχομαι να δώσω ζωή στο όραμά του, να ενσαρκώσω τους πρωταγωνιστικούς ρόλους, να ακολουθήσω τη Ρότα του σεναρίου και σχεδόν πάντα, να αλλάξω την πλοκή.
Και για όσο διάστημα διαρκούν τα γυρίσματα είμαστε κι οι δυο ευχαριστημένοι. Εγώ να ζω το παρόν, οργανώνοντας, αναβαθμίζοντας, καλύπτοντας κενά, αναμένοντας τη μεγάλη πρεμιέρα. Εκείνος χαλαρώνοντας λίγα μέτρα πιο πέρα, οραματιζόμενος ήδη την επόμενη ταινία, βλέποντας ήδη μια καινούρια αφετηρία, ακόμα μια ευθεία, για να διανύσει. Ο ένας δεν μπλέκεται στα πόδια του άλλου, είμαστε ένα άρτια δομημένο σύνολο, που δουλεύει καλά μόνο ως μονάδα.
Όλα αυτά μέχρι στο έργο να παιχτεί και η τελευταία σκηνή. Μόλις δοθεί το τέλος και οι κάμερες σβήσουν, οι δρόμοι μας μπλέκονται ξανά. Εκείνος έχει νιώσει ήδη την ανάγκη να προχωρήσει, ενώ εγώ δεν έχω ακόμα συνειδητοποιήσει το τέλος. Βρισκόμαστε ανάμεσα σε δυο κόσμους και η φυσική μας παρουσία δε γίνεται να υπάρξει και στα δύο. Το παρόν, μετά το τέλος της αυλαίας έχει χάσει την υπόστασή του και το παρελθόν με το μέλλον διεκδικούν το ίδιο άτομο.
Διχασμένος, καθώς, βρίσκεσαι προσπαθείς να επιλέξεις, σίγουρα οι δυο πλευρές ασκούν πάνω σου τέτοια δύναμη, ώστε το να μείνεις ακίνητος δεν είναι λύση. Πολλοί πιστεύουν πως οι δυο αντίθετοι αυτοί πόλοι μέσα μας είναι η καρδιά και το μυαλό, η λογική και το συναίσθημα. Στο ρόλο του κακού τοποθετούμε τη λογική, ενώ τον πιο συγκαταβατικό ρόλο τον αναθέτουμε στο συναίσθημα. Είναι όμως, πραγματικά έτσι τα πράγματα;
Αν υποθέσουμε πως μια ιστορία έχει τελειώσει, γιατί νιώθουμε την ανάγκη να βλέπουμε το βίντεο από την αρχή ξανά και ξανά; Μήπως η λογική μας είναι αυτή που ψάχνει τις αναμνήσεις; Μήπως η ανάγκη μας να τοποθετήσουμε σε κουτάκια τις καταστάσεις μας οδηγεί στην επανάληψη; Εξάλλου, εάν το συναίσθημά μας έκανε κουμάντο στο παρελθόν, τότε ο εγωισμός μας, ο οποίος είναι από τα πιο ισχυρά αισθήματα, θα έκλεινε την πόρτα με φόρα και το θυμοειδές μέσα μας, δε θα άφηνε πιθανότητες για πισωγυρίσματα.
Αντιθέτως, με τις κλεφτές ματιές στο παρελθόν, επεξεργαζόμαστε τα δεδομένα. Βγάζουμε χαρτί και μολύβι παίρνουμε και μια μεγάλη γόμα και δοκιμάζουμε, στηριζόμενοι στη λογική άλλες κατευθυντήριες γραμμές. Πειράζουμε τις επιλογές μας και αναρρωτιόμαστε τι θα είχε συμβεί αν είχαμε ενεργήσει με διαφορετικό τρόπο. Σβήνουμε και γράφουμε ξανά και ξανά μέχρι να πειστούμε πως ό,τι κι αν κάναμε το αποτέλεσμα θα ήταν πάντοτε το ίδιο.
Όσο πιο λογικός άνθρωπος, λοιπόν, είσαι τόσο περισσότερο επιμένεις σε καταστάσεις του παρελθόντος, προσπαθώντας να βρεις το λάθος και να το διορθώσεις. Σε μια αλληγορία, όμως, όπου η ζωή είναι ταινία κι εσύ πρωταγωνιστής της, το αναπάντεχο είναι πάντα αυτό που δίνει τη λύση,που φέρνει το τέλος.
ΥΓ. Τυχεροί αυτοί που στη ζωή τους λειτουργούν με το συναίσθημα, γιατί ποτέ δε θα χρειαστεί να αναζητήσουν δεύτερες ευκαιρίες, αφού αρκούνται στην πρώτη.
Ματίνα Στυλίδου