Αισίως και ο Φλεβάρης τελειώνει. Κλείνουμε ένα χρόνο καθολικού εγκλεισμού και το «μένουμε σπίτι», είναι φράση περιττή. Αν είμαι αισιόδοξη; Προφανώς και όχι. Ποιος είναι άλλωστε; Όσο κι αν διακωμωδήσαμε αυτό που μας συμβαίνει, όσο υπομονή και να δείξαμε, όσα ψυχικά αποθέματα κι αν ανακαλέσαμε, έρχεται η στιγμή, που δεν έχεις άλλο να δώσεις. Πίστευα ότι το χειρότερο, που θα αντιμετώπιζε η γενιά μου ήταν η οικονομική κρίση, πως το να ζω με τους γονείς μου μέχρι τα 30ντα, το ότι θα παίρνω 3-4 ευρώ την ώρα (με ένσημα) δουλεύοντας στην παραπαιδεία, θα ήταν το χειρότερο, που θα είχα να αντιμετωπίσω και κάπου μέσα μου το συνήθισα. Έμαθα να κάνω οποιαδήποτε δουλειά για να έχω «χαρτζιλίκι», συμβιβάστηκα πως η ζωή μου θα ξεκινήσει πάλι μετά τα πρώτα -αντα. Κι έκανα υπομονή και άντεχα. Δεν ήξερα …
Ένα χρόνο μετα και με τα οικονομικά μου να κατηφορίζουν και εγώ να τρέχω από πίσω τους, μου ζητάνε να συμβιβαστώ πάλι. Στην αρχή μου ζήτησαν να αποδεχτώ τον εγκλεισμό μου. «Είναι για το καλό σου», μου είπαν, «σε προστατεύουμε». Έπειτα απαγόρευσαν οτιδήποτε με έκανε χαρούμενη, έκλεισαν την εστίαση, τα θέατρα, τις συναθροίσεις, απαγόρευσαν ακόμα και τις επαφές, οποιουδήποτε είδους. Δεν άφηναν να αγγίζω, να αγκαλιάζω, να πλησιάζω κανέναν. «Θές να σε κολλήσουν;», «όχι, βέβαια!» τους απαντούσα. Κι έτσι το αποδέχτηκα κι αυτό κι έμεινα σπίτι.
Ύστερα μίλησαν για τις μάσκες: «Πρέπει να τις φοράς παντού», «να κρύβεσαι από τους άλλους», «όχι μόνο δε θα τους πλησιάζεις, ούτε θα τους βλέπεις», δε θα αναγνωρίζεις πρόσωπα, δε θα αντιλαμβάνεσαι μορφασμούς και αντιδράσεις κι αν γίνεται θα αποφεύγεις και να τους κοιτάς (το τελευταίο δεν ήταν εντολή, μια μικρή υπόδειξη μόνο). Εκεί λίγο τσίνησα, όχι γιατί δεν έβλεπα τα πρόσωπα των άλλων, αλλά περισσότερο, γιατί ένιωθα εγώ να πνίγομαι. Το περίεργο είναι ότι δεν αισθάνθηκα «δέσμια» όταν κλείστηκα στο σπίτι, αλλά ,όταν φόρεσα τη μάσκα, σαν να είχα συνεχώς ένα χέρι να με φιμώνει, μην τυχόν και μιλήσω.
Κι όλα τα έκανα και αλήθεια σας το λέω, υπάκουσα, ακόμα και με το δάχτυλο έδειχνα όσους τολμούσαν να διασκεδάσουν. Έκλειναν τα μαγαζιά στις 12; 11 και μισί πάρκαρα έξω από το σπίτι μου, τόσο νομοταγής, τόσο πολύ ήθελα να πετύχει όλο αυτό. «Δεν ήταν αρκετό!» μου φώναξαν, «κάτι έκανες λάθος», «μάλλον έκλεψες ή έκανες ζαβολιά και τώρα θα πληρώσεις πάλι». Κι έτσι μετράω 4 μήνες εγκλεισμού.
Για το καλό μου, η ζωή μου λίγο πριν τα 30ντα έχει σταματήσει. Βγαίνω συγκεκριμένες ώρες από το σπίτι και δίνοντας πάντα αναφορά για το λόγο της εξόδου μου. Εργάζομαι για ώρες, μπροστά από μια κάμερα και η μόνη επαφή που έχω με τους άλλους «πανδημιώτες» (να με συγχωρέσει ο κύριος Μπαμπινιώτης) είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Βέβαια μην είμαι κι αχάριστη, μου επιτρέπουν να κάνω φίλους από εδώ, με αφήνουν να ερωτεύομαι και να γνωρίζω κόσμο και μου έχουν φτιάξει μια ψευδαίσθηση ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει, πως είμαι ακόμα ελεύθερη να επιλέγω, αρκεί να μη συναντήσω κανέναν από κοντά.
Συνεχίζω να κάνω ότι μου λένε, «για το καλό μου» και νιώθω ότι πληρώνω για ένα αδίκημα, που σας ορκίζομαι δε θυμάμαι να έκανα. Σαν να πρωταγωνιστώ σε μια από αυτές τις αμερικάνικες ταινίες, προσπαθώ να πείσω εσάς τους ενόρκους, πως δε φταίω, ότι εκτίω μια ποινή άδικα. Δέσμια μια συνθήκης, να εργάζομαι για να απασχολώ το μυαλό μου και να μετράω μέρες, μέχρι την αποφυλάκιση. Η οποία παρεμπιπτόντως όλο αλλάζει, αφού νέες κατηγορίες έρχονται στο φως.
Σε κατ' οίκον περιορισμό, να προστατεύω τη ζωή μου, αλλά να νιώθω πως δεν έχω ζωή πια.
ΥΓ. Περιττό να αναφέρω πως το κείμενο γράφεται στην υπερβολή του χάριν ποιητικής αδείας. Δε θέλω να γίνω «μελό», ούτε να κερδίσω τον οίκτο κανενός. Σκεφτείτε όμως, πως ο καθένας από μάς με όλα αυτά που βιώνουμε ένιωσε αυτή την απελπισία. Μπορεί όχι για δυο ώρες ή μια μέρα, αλλά για ένα δεύτερο, για λίγα λεπτά. Πιστεύω αρκούν για να χάσεις λίγο από την ψυχη σου.
Ματίνα Στυλίδου