Για αρχή Εγώ η δυνατή, που όλα τα μπορώ κι ας στέκομαι με το κεφάλι σκυμμένο μπροστά σου. Εγώ που πίστευα πως έμαθα, πως έπαθα, πως πόνεσα αρκετά κι όλα αυτά μαζί με άλλαξαν. Εγώ που τώρα φοβάμαι, φοβάμαι ότι θα σε χάσω, φοβάμαι ότι θα τελειώσει το Εμείς πριν καν προλάβει να αρχίσει. Εγώ λοιπόν ναι, που κανείς δεν πιστεύει για μένα την αλήθεια, που κανείς δε με γνωρίζει πραγματικά, όχι γιατί δεν τους άφησα αντιθέτως, σε κάποιους έδωσα παραπάνω χώρο και χρόνο απ’ αυτό που άντεχαν. Εγώ που φαίνομαι να αντέχω όλα τα βάρη του κόσμου, που χαμογελώ και περπατάω μπροστά γιατί είναι ο μόνος τρόπος να αντέξω. Είμαι εγώ που σε ερωτεύτηκα και δεν το παραδέχτηκα ποτέ, μόνο τώρα σ’ αυτή τη στιγμή αδυναμίας. Εγώ που δε θέλω να ξέρεις όσα νιώθω, που κρύβομαι από σένα και τους άλλους, που προσπαθώ να ξεφύγω από σένα κι όλα πάνω σου πέφτω. Εγώ η ανεξάρτητη, η δυναμική που όλα τα καταφέρνω και τα μπορώ, που όλα τα έχω οργανωμένα στο μυαλό μου, σχεδιασμένα τέλεια έως και την παραμικρή λεπτομέρεια. Στοιβαγμένα σε κουτάκια, όμορφα και τακτοποιημένα, για να μη χάσω λεπτό από το στόχο μου. Για όλα αυτά που είμαι κι άλλα τόσα που δείχνω, για όσα προσποιούμαι κι όσα φανερώνω για μένα. Εγώ που κρέμομαι από τα χείλη, τα μάτια, τα λόγια ή τις πράξεις σου, απ’ όσα λες κι όσα αποφεύγεις να πεις, σαν πεινασμένο παιδί ζητιανεύω κάτι από σένα κι ας μη θέλω να το μάθει κανείς κι ας μη θέλω να το δουν και να το καταλάβουν κι ας ντρέπομαι μήπως αντιληφθείς κάτι και προδοθώ.
Έπειτα, Εσύ, πόσο τέλειος φαντάζεις στα μάτια μου κι ας κάνεις
χίλια λάθη τη φορά κι ας με πληγώνεις με τη συμπεριφορά και τον τρόπο σου.
Εσένα που αθωώνω σε κάθε απόφαση που παίρνω. Εσύ που με ένα μαγικό τρόπο
καταφέρνεις να ξεγλιστράς και να μπαίνεις πάλι στη ζωή μου κι ας έχω κλείσει
πόρτες και παράθυρα κι ας έχω βάλει λουκέτα και κλειδαριές. Για σένα που ερωτεύτηκα
το χαμόγελό, τα μάτια σου, εκείνα τα
μάτια που φωτίζονταν κάθε φορά που μιλούσες για ότι αγαπούσες. Εσύ που
κατεβάζεις το βλέμμα κάθε φορά που προσπαθώ να το συναντήσω, κάθε φορά που προσπαθώ να καταλάβω τι σκέφτεσαι και τι
νιώθεις. Εσύ κι ο μοναδικός σου τρόπος να μου παρέχεις ασφάλεια όταν είμαι
δίπλα σου κι ας μη μου μιλάς κι ας χαραμίζεις την προσοχή σου αλλού. Εσένα που
με νευριάζεις τόσο και άλλο τόσο μου δίνεις χαρά, χωρίς η λογική μου να μπορεί
να εξηγήσει την τρέλα αυτή.
Τέλος, το Εμείς. Αυτό που σαν θαύμα μοιάζει πια στα μάτια
μου. Το Εμείς που όλο μου το είναι ποθεί και ζητά. Ένα όνειρο, το οποίο μάταια
προσπαθώ να φτιάξω. χτισμένο σε σύννεφα και ουρανούς, που ακόμα δεν
επισκέφτηκες. Το Εμείς που διαλύεται με τις συμπεριφορές μας, που θρυμματίζεται
και ραγίζει από τα χτυπήματα του εγωισμού μας κι ύστερα ενώνεται πάλι και
φαίνεται άθικτο μπροστά στα μάτια μας. Το Εμείς που βιάζομαι να ζήσω από φόβο
μήπως δε γίνει ποτέ, μήπως το Εγώ και το Εσύ χάσουν το δρόμο τους και τραβήξουν
για άλλους κόσμους κι ενωθούν με άλλα πρόσωπα και τότε, το δικό μου Εγώ δε θα
μπορέσει να τα εμποδίσει μόνο θα κοιτά. Εμείς, που κάποια στιγμή επιθυμήσαμε να
έχουμε παραπάνω από όσα άντεχαν οι φόβοι μας και προδοθήκαμε. Εγώ κι Εσύ που
συνεχίζουμε ακόμα, που προσπαθούμε, που πάμε κόντρα σε καιρούς, σε εποχές, σε
ανθρώπους, που αρμενίζουμε στο πέλαγος δεμένοι σε κατάρτια εμποδίζοντας τους εαυτούς
μας να παρασυρθούν από τις Σειρήνες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου