Και πάλι εδώ σε αυτή την κενή σελίδα να γράφω το τέλος. Δεν πρόλαβα να γράψω την αρχή μας, δεν αναλώθηκα στο να σχολιάσω τη μέση, αλλά δεν μπορώ να αποφύγω αυτό. Δεν μπορώ να κάνω άλλο πια ότι δε συμβαίνει. Πρέπει να γεμίσω το λευκό μπροστά μου με μαύρα γράμματα.
Δε ξέρω αν θα χαραμίσεις έστω και δύο λεπτά από το χρόνο σου για να το διαβάσεις όλο αυτό, ακόμα κι αν αφορά εσένα, εσένα και μόνο. Δε γνωρίζω, αν στο καινούριο δρόμο, που χάραξες, χωρά μια μικρή ανάμνηση από εμένα. Μάλλον όχι. Η αλήθεια, όμως, είναι πως δεν τα γράφω όλα αυτά για να τα διαβάσεις, είναι καθαρά προσωπική επιλογή, να αδειάσει το μέσα μου από εσένα. Έτσι, γράφω εγώ το τέλος ξορκίζοντας το, βγάζοντας το με αυτό τον τρόπο από μέσα μου, ξεριζώνοντας εσένα. Είναι η μόνη λύση για εμένα.
Τι να γράψω όμως; Από που να αρχίσω; Να αναφερθώ, στο τότε, μήνες πριν, όταν οι δρόμοι μας συναντήθηκαν; Στο τότε δικό μου: «Δε βαριέσαι...», απάντησες με το δικό σου: «Γιατί όχι!». Μέρα με τη μέρα ερχόμουν πιο κοντά σου κι ας το αρνιόμουν σε όλους. Όταν με ρωτούσαν για σένα, απαντούσα απαξιώνοντας σε, απαξιώνοντας όλο αυτό που είχα αρχίσει να νιώθω για εσένα. Τους έλεγα, πως δεν ήσουν κάτι ιδιαίτερο, πως είσαι απλώς μια καλή περίπτωση, κάποιος που γέμιζε χωρίς να του το ζητήσω τα κενά που ένιωθα. Κι ήταν αρκετά.
Δε ξέρω αν κατάφερα να σου επιστρέψω ποτέ τα ίσα, όχι, γιατί δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω, αλλά γιατί ποτέ δεν πήρα απάντηση. Έδινες κάθε μέρα μόνο όσα ήθελες κι αν προσπαθούσα να περάσω την κόκκινη γραμμή σου εξαφανιζόσουν. Ύστερα, επέστρεφες κι όλα γινόντουσαν όπως πριν, μέχρι πάλι να φθάσουμε σε αυτό το ίδιο σημείο, αυτό που είχες φράξει καλά και δεν μπορούσα να περάσω όσο κι αν προσπάθησα.
Από την άλλη μπορεί να μην το προσπάθησα αρκετά κι αυτό, ίσως ήταν μια πιθανή απάντηση στο γιατί φτάσαμε ως εδώ. Όμως, δεν ήθελα να μπω κρυφά σαν τον κλέφτη, στεκόμουν απέναντί σου και ζητούσα την άδεια σου για να περάσω, απλώς εσύ δεν ήσουν διατεθειμένος να κουνήσεις, έστω το κεφάλι σου καταφατικά.
Ξέρεις, πάντα μου είναι δύσκολο να γράφω το τέλος στις ιστορίες μου. Για την αρχή, τη μέση μπορώ να γεμίσω σελίδες, αλλά ποτέ δεν το κάνω, προτιμώ αντί αυτού να γεμίζω το μέσα μου με την κάθε στιγμή που ζω. Στο τέλος, όμως, δεν έχεις άλλη επιλογή. Δεν έχεις πια καμία, ακόμα εμπειρία να ζήσεις. Το μόνο που είσαι σε θέση να κάνεις είναι να πεις τα τελευταία λόγια, να παραδεχθείς τα λάθη σου, να κατηγορήσεις τον άλλον για τα δικά του κι ύστερα να φύγεις.
Αυτό, όμως, που με ζορίζει περισσότερο από όλα σε κάθε τέλος είναι η παραδοχή κι ο φόβος. Η παραδοχή όχι των λαθών μου, αυτά έχω το θράσος να τα παραδέχομαι πολύ νωρίτερα, η παραδοχή στο ότι πλέον, δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να σώσω το παιχνίδι. Πάντα αυτό ήταν το ζόρι μου. Δε διαχειρίζομαι σωστά τις ήττες μου, δεν τις δέχομαι με ευκολία. Ο φόβος είναι για το μετέπειτα, φόβος για το αν θα βρώ όσα έχασα ξανά και για το αν αυτό, που θα συναντήσω παρακάτω θα είναι καλύτερο από αυτό που αφήνω πίσω μου.
Εξάλλου, αυτός δεν είναι κι ο λόγος που μιξοκλαίμε για σχέσεις που τελειώνουν; Η κακούργα, η ανασφάλεια για το καινούριο, που φαντάζει τόσο ξένο.
Φυσικά και πριν σε γνωρίσω φοβόμουν, δεν είχα βάλει ακόμα τελεία στα παλιά. Ήρθες, όμως εσύ στη ζωή μου και με έκανες να καταλάβω, πως άλλα πράγματα θέλω να έχω στη ζωή μου, στην καθημερινότητά μου. Με έκανες να πιστέψω, πως μου αξίζουν καλύτερα από όσα ζούσα, με έκανες να πιστέψω πάλι σε κάτι κι αν αυτές τις γραμμές τις διαβάζεις, τότε σου οφείλω ένα: «Ευχαριστώ», γιατί, όσο κι αν σου φαίνεται απίστευτο, με βοήθησες και μακάρι κάνοντας κι εσύ τη δική σου ανασκόπηση κάποια μέρα να με σκεφτείς με ένα χαμόγελο και κάτι γλυκό σαν ανάμνηση.
Όχι ,μην ανησυχείς δεν τα παιξα, θυμάμαι πολύ καλά τα στραβά και τα άσχημα σου, αλλά θα ήμουν άδικη, πρώτα από όλα με τον εαυτό μου κι ύστερα μαζί σου, αν δεν εκτιμούσα όσα μου έδωσες και από όλους όσους πέρασαν από τη ζωή μου, μέχρι τώρα, ήταν τα περισσότερα ή μάλλον ήταν πιο ουσιαστικά.Αναπόφευκτα, όλοι οι άνθρωποι, που μπαίνουν στη ζωή μας, μας διδάσκουν κάτι κι εγώ αποδεικνύομαι αρκετά φιλομαθής τελικά.
Το τέλος μας, λοιπόν είναι γλυκόπικρο, έτσι θα κλείσω την ιστορία μας. Με δυο γεύσεις να μένουν στο στόμα και δυο διαφορετικά αισθήματα στην καρδιά. Ένιωσα για εσένα πολλά και επειδή το μυαλό σου ερωτεύτηκα πρώτα, ξέρω καλά ότι το γνωρίζεις αυτό. Από εσένα κρατάω τα μεθυσμένα σου μηνύματα, όχι, γιατί, τα υπόλοιπα δεν είχαν αξία για εμένα, αλλά, γιατί, σε αυτά μπόρεσα να κλέψω εικόνες από το κλειστό σου φρούριο. Εικόνες, που, ίσως να ξεχάσω στο επόμενο κεφάλαιο του βιβλίου μου ή εικόνες, που θα θέλω να δω καθαρά στον επόμενο ήρωα, που θα συναντήσω. Κι αν εσύ πιστεύεις, πως μπορείς να μοιραστείς αυτές σου τις εικόνες με άλλη, τότε, κάνεις λάθος, μωρό μου...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου