Θείε μου,
Για ακόμα μια φορά θα χρησιμοποιήσω τις λέξεις για να αδειάσω το μέσα μου, που αυτές τις μέρες με πνίγει. Τα αισθήματα πολλά και όχι όλα άσχημα. Εγώ κι εσύ είχαμε ένα κοινό, ήμασταν καλοί στα λόγια, το χαμε ρε παιδί μου. Ακόμα δεν έχω το κουράγιο να διαβάσω το πρώτο σου γράμμα, αυτό που μου έγραψες, μόλις γεννήθηκα. Ίσως κάποτε να το βρω. Ανέφερα πριν, ότι δεν έχω μόνο αρνητικά αισθήματα μέσα μου. Μεγάλωσα με εσένα δίπλα μου και έχω τόσα πολλά να σε θυμίζουν. Εσύ μου έμαθες πως φέρεται ένας «άντρας», αφού κάθε χρόνο στα γενέθλια, μου έστελνες πάντα μια ανθοδέσμη με κόκκινα τριαντάφυλλα και μια κάρτα με αφιέρωση, μαθαίνοντας με πως είναι να σε σέβονται κι εγώ καμάρωνα κι ας ήταν, τουλάχιστον στις αρχές, πιο μεγάλη από το μπόι μου, ήθελα να κρατάω τα λουλούδια, που μου έστειλε ο θείος μου κι ένιωθα σταρ του σινεμά.
Το καλοκαίρι αυτό ήταν δύσκολο. Έμεινες δυο μισή μήνες στην εντατική κι όταν έβαλες τα δυνατά σου και βγήκες επιτέλους, κάποιος αποφάσισε να σε πάρει. Όλο αυτό το διάστημα, δε σκέφτηκα ούτε μια στιγμή ότι θα έφευγες. Ήμουν τόσο σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις. ήμουν τόσο σίγουρη, ότι θα καθόμασταν πάλι στο μπαλκόνι με μια παγωμένη μπίρα και θα γελάγαμε και θα σε κορόιδευα για κάτι που θα έκανες και θα κλαίγαμε από τα γέλια. Αλλά τώρα δε θα ξανάρθεις και το σπίτι μας, δε θα είναι ανοιχτό πια για σένα. Μόνο θα σ΄ακούω να μου φωνάζεις για να βγω από τη θάλασσα, να μου τάζεις παγωτά και δώρα κι εγώ να τρέχω κι εσύ να περηφανεύεσαι, πως κατάφερες να με Ξεγελάσεις.
Λένε, ο Θεός παίρνει τους καλούς ανθρώπους πρώτα και αυτή τη φράση ούτε την καταλαβαίνω, ούτε τη δέχομαι.. Τι είδους παρηγοριά είναι αυτή; Στην περίπτωσή σου απλά κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το πόσο καλός άνθρωπος ήσουν. Έλα πάλι να παίξουμε ρακέτες στην παραλία, να πάμε βόλτα με τη μηχανή κι ας έχω κλειστά τα μάτια μου από το φόβο. Έλα να πάμε κάμπινγκ και να αράξουμε σε μια σκιά, να ψήσουμε, να τα πιούμε, να γελάσουμε. Να κάνουμε μια τελευταία αγκαλιά, να μιλήσουμε για πολιτική, για τον κόσμο,να σε ρωτάω και εσύ να με συμβουλεύεις.
Για ένα πράγμα σε κατηγορώ μόνο, που δε φρόντιζες περισσότερο τον εαυτό σου. Κανείς σ αυτή τη ριμάδα τη ζωή δε μας αγαπάει όσο οφείλουμε εμείς να μας αγαπάμε. Να σ΄αγαπούσες περισσότερο ήθελα θείε μου, να αντιλαμβανόσουν πόσο σπουδαίος άνθρωπος είσαι και να ήσουν ακόμα εδώ. Να βλέπεις το παιδί σου κάθε μέρα και να το καμαρώνεις, να τσακώνεστε με τη γιαγιά κι ύστερα πάλι να φιλιώνετε και να τα ξεχνάτε όλα. Να πειράζεις την αδερφή σου, να την πείθεις και να την ξεγελάς για να κάνει πράγματα κι ύστερα να της κάνεις πλάκες.
Χάνουμε στιγμές από τη ζωή μας, γιατί νομίζουμε, πως θα ζήσουμε για πάντα. Πεισμώνουμε, στεναχωριόμαστε, βάζουμε μπροστά εγωισμούς και κακίες τρίτων. Όταν, όμως, η αγάπη μας για τον άλλον είναι αληθινή τίποτα απ όλα αυτά δεν έχει σημασία. Στην εποχή του ψεύτικου και του εικονικού, ελάχιστοι είναι οι άνθρωποι που μας αγαπάνε αληθινά, ας μην περιμένουμε την ύστατη στιγμή για να μας το αποδείξουν.
Επειδή πολλοί, ίσως το διαβάσουν και τσινίσουν, άκου κι αυτό. Αν σ΄αγαπάω; Ναι φυσικά! Κι όχι επειδή το επιβάλλει ο δεσμός αίματος που έχουμε. Σ΄αγαπάω, γιατί ήσουν πάντα δίπλα μου, γιατί με φρόντισες, με δίδαξες, μ΄αγκάλιασες, με στήριξες. Γιατί σε είδα να λυγίζεις και να σηκώνεσαι πάλι, γιατί η ψυχή σου είναι παιδική, αγνή κι αθώα κι όπου κι αν βρεθείς τώρα, αυτό θα συνεχίσει να είναι η ταυτότητά σου.
Καλό παράδεισο, Αγγελέ μου/ μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου