Άδειασα πια ...
Δεν έχω τίποτα άλλο να δώσω σε κανέναν.
Ό,τι μου είχε απομείνει, ό,τι με κόπο συγκρατούσα το πήρες εσυ...
Σε σένα είχα εναποθέσει τις ελπίδες μου για κάτι καλύτερο και τις πέταξες.
Στο πρόσωπο σου πίστεψα οτι βρήκα αυτό που ζητούσα, νόμιζα οτι εσυ είχες το κλειδί για το παραμύθι μου.
Στην αρχή χαμογελούσες και φώτιζε ο κόσμος, αυτό ήταν ότι πιο ωραίο πάνω σου , το χαμογελό σου....
Είχες ένα χαμόγελο αληθινό ,πλατύ .φωτεινό. Και σε αυτό το φώς συμμετείχαν και τα μάτια σου.
Αυτά πρόσεξα σ εσένα , αυτά σε ξεχώρισαν.
Αυτές τι πρώτες φορές που σε κοίταζα στα μάτια κι έβλεπα τον ήλιο, τόσο όμορφο! Φαίνονταν όλα τόσο αληθινά, για λίγο πίστεψα οτι εγω ήμουν η αιτία, πίστεψα πως για μένα χαμογέλαγε η ψυχή σου.
Ύστερα συνήθισα σε αυτό, εθίστηκα ,ήθελα να το βλέπω συνέχεια, ήθελα να σε βλέπω συνέχεια κι εσυ επιβεβαίωνες τις σκέψεις μου με μεγαλύτερο ενθουσιασμό , τότε μ έκανες να νιώθω ξεχωριστή , τότε μ έκανες να νιώθω καλά για τον εαυτό μου.
Όμως κάποια στιγμή το βλέμμα σου σκοτείνιασε, το χαμόγελο σου δεν ήταν τόσο φωτεινό και κάτι σε τράβαγε πίσω.
Με τον καιρό το φως των ματιών σου μειώθηκε και δύσκολα πλέον μπορούσα να δω τα μάτια σου.
Κι όμως εγω το ζητούσα επίμονα, τώρα καταλαβαίνω πως δεν μπορούσες να μου το δώσεις.
Είχα πεισμώσει όμως, είχα εθιστεί , ήθελα και πάλι να νιώσω μοναδική στα μάτια σου κι ό,τι λιγότερο το πετούσα στα σκουπίδια.
Ο καιρός δεν υπήρξε σύμμαχός μας , όσο κι αν προσπαθούσα να δω λίγο φως τόσο με έσπρωχνες κάτω.
Μην ανησυχείς και πάλι μοναδική ένιωθα, απλά αυτή τη φορά δεν υπήρχε φώς μόνο ένα κενό.
Ένα κενό ανάμεσά μας, ένα κενό μέσα σου, άλλαξες απότομα , ξαφνικά. Μέσα σε μια νύχτα έχασες τον εαυτό σου έγινες ένας άλλος, χαμένος στο δικό σου κόσμο. ΚΙ εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για αυτό.
Χαμογελούσες αλλά όχι όπως πριν , τώρα πια απο υποχρέωση , απο συνήθεια , σαν να ήσουν αναγκασμένος να το κάνεις . Σε έβλεπα μέσα σου έκλειναν οι πόρτες κι η ψυχή σου σιγά σιγά χανόταν.
Το ξέρω , επέμενα κι ίσως ήταν άδικο για σένα. Κατάλαβε με ,όμως κι εγώ σκοτείνιαζα μαζί σου κι εγώ έχασα μέρος του εαυτού μου, με τη διαφορά οτι ποτέ δεν κατάλαβα το γιατί...
Μήνες μετά, ξέρω οτι όλο αυτό δεν ήταν τίποτα, παρά ένα πυροτέχνημα που έσκασε. Φώτισε για λίγο τον κόσμο κι ύστερα χάθηκε , πέθανε , ξεχάστηκε. Δεν ζητάω τίποτα κι ούτε ελπίζω πια , ίσως να φοβάμαι και να σε αντικρίσω , εξάλλου η εικόνα σου πλέον δεν μοιάζει σε τίποτα με τον άνθρωπο που ερωτεύτηκα , είναι πια μια σκιά , μια μαύρη σκιά που με φοβίζει.
'' απ όλα περισσότερο θέλεις να μάθεις τι μου λείπει; Το παραμύθι. Το παραμύθι πως μια μέρα θα βρίσκαμε μια όαση μαζί.'' Αλκιόνη Παπαδάκη
Ματίνα Στυλίδου
Δεν έχω τίποτα άλλο να δώσω σε κανέναν.
Ό,τι μου είχε απομείνει, ό,τι με κόπο συγκρατούσα το πήρες εσυ...
Σε σένα είχα εναποθέσει τις ελπίδες μου για κάτι καλύτερο και τις πέταξες.
Στο πρόσωπο σου πίστεψα οτι βρήκα αυτό που ζητούσα, νόμιζα οτι εσυ είχες το κλειδί για το παραμύθι μου.
Στην αρχή χαμογελούσες και φώτιζε ο κόσμος, αυτό ήταν ότι πιο ωραίο πάνω σου , το χαμογελό σου....
Είχες ένα χαμόγελο αληθινό ,πλατύ .φωτεινό. Και σε αυτό το φώς συμμετείχαν και τα μάτια σου.
Αυτά πρόσεξα σ εσένα , αυτά σε ξεχώρισαν.
Αυτές τι πρώτες φορές που σε κοίταζα στα μάτια κι έβλεπα τον ήλιο, τόσο όμορφο! Φαίνονταν όλα τόσο αληθινά, για λίγο πίστεψα οτι εγω ήμουν η αιτία, πίστεψα πως για μένα χαμογέλαγε η ψυχή σου.
Όμως κάποια στιγμή το βλέμμα σου σκοτείνιασε, το χαμόγελο σου δεν ήταν τόσο φωτεινό και κάτι σε τράβαγε πίσω.
Με τον καιρό το φως των ματιών σου μειώθηκε και δύσκολα πλέον μπορούσα να δω τα μάτια σου.
Κι όμως εγω το ζητούσα επίμονα, τώρα καταλαβαίνω πως δεν μπορούσες να μου το δώσεις.
Είχα πεισμώσει όμως, είχα εθιστεί , ήθελα και πάλι να νιώσω μοναδική στα μάτια σου κι ό,τι λιγότερο το πετούσα στα σκουπίδια.
Ο καιρός δεν υπήρξε σύμμαχός μας , όσο κι αν προσπαθούσα να δω λίγο φως τόσο με έσπρωχνες κάτω.
Μην ανησυχείς και πάλι μοναδική ένιωθα, απλά αυτή τη φορά δεν υπήρχε φώς μόνο ένα κενό.
Ένα κενό ανάμεσά μας, ένα κενό μέσα σου, άλλαξες απότομα , ξαφνικά. Μέσα σε μια νύχτα έχασες τον εαυτό σου έγινες ένας άλλος, χαμένος στο δικό σου κόσμο. ΚΙ εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για αυτό.
Χαμογελούσες αλλά όχι όπως πριν , τώρα πια απο υποχρέωση , απο συνήθεια , σαν να ήσουν αναγκασμένος να το κάνεις . Σε έβλεπα μέσα σου έκλειναν οι πόρτες κι η ψυχή σου σιγά σιγά χανόταν.
Το ξέρω , επέμενα κι ίσως ήταν άδικο για σένα. Κατάλαβε με ,όμως κι εγώ σκοτείνιαζα μαζί σου κι εγώ έχασα μέρος του εαυτού μου, με τη διαφορά οτι ποτέ δεν κατάλαβα το γιατί...
Μήνες μετά, ξέρω οτι όλο αυτό δεν ήταν τίποτα, παρά ένα πυροτέχνημα που έσκασε. Φώτισε για λίγο τον κόσμο κι ύστερα χάθηκε , πέθανε , ξεχάστηκε. Δεν ζητάω τίποτα κι ούτε ελπίζω πια , ίσως να φοβάμαι και να σε αντικρίσω , εξάλλου η εικόνα σου πλέον δεν μοιάζει σε τίποτα με τον άνθρωπο που ερωτεύτηκα , είναι πια μια σκιά , μια μαύρη σκιά που με φοβίζει.
'' απ όλα περισσότερο θέλεις να μάθεις τι μου λείπει; Το παραμύθι. Το παραμύθι πως μια μέρα θα βρίσκαμε μια όαση μαζί.'' Αλκιόνη Παπαδάκη
Ματίνα Στυλίδου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου